Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Believe in yourself!

Believe in yourself!

Γράφει ο Σίμος Γεωργόπουλος, Οινογράφος-Sommelier

Ο “οινοψυχίατρος” Δρ. Σίμος Γεωργόπουλος απολαμβάνει υπέροχο Κρητικό κρασί και προσφέρει πολύτιμες συμβουλές οινικής αυτοεκτίμησης!
 
Τροφή για σκέψη η προ μηνός επίσκεψή μου στο Ηράκλειο και η πραγματοποίηση ενός διήμερου σεμιναρίου στον υπέροχο χώρο Οινοτέκα του πάντα ανήσυχου Γιώργου Κουτσουπιά. Ένα διήμερο που έφερε στα ποτήρια μου - αλλά και σε αυτά των παρευρισκομένων που υπέμειναν επί 6 και πλέον ώρες την πολυλογία μου!- 17 υπέροχα κρασιά.

Στο δικό μου μυαλό ήταν απόλυτα ξεκάθαρα τα κριτήρια της επιλογή τους: κρασιά που φυσικά θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του σεμιναρίου αλλά και που ταυτόχρονα θα αναδείκνυαν την εξαιρετική δουλειά που πλέον γίνεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του νησιού.
Η εύρεσή τους ήταν παιχνιδάκι ακόμα και αφού προστέθηκε και η παράμετρος της προτεραιότητας των γηγενών ποικιλιών, αφού πιστεύω ακράδαντα ότι οι γηγενείς ποικιλίες είναι το ισχυρό χαρτί όλου του Ελληνικού κρασιού. Άλλωστε η Κρήτη μπορεί να καλύψει κάθε χρώμα, κάθε είδος, κάθε κατηγορία και κάθε γευστική απαίτηση με τα μοναδικά της σταφύλια αλλά και με κάποιες διεθνείς ποικιλίες που έχουν εγκλιματιστεί τέλεια στη γη της.
Όμως φαίνεται ότι μάλλον ήμουν ο μόνος άνθρωπος σε ολόκληρη την Κρήτη που διακατεχόμουν από αυτόν τον ενθουσιασμό για τα κρασιά της! Όπου και αν βρέθηκα, όπου και αν κοίταξα, όποιον και αν άκουσα, το κρασί του νησιού ήταν πάντα απών! Στον τόπο των πλέον περήφανων ανθρώπων η οινική υπερηφάνεια φαίνεται ότι εξακολουθεί να είναι ολοκληρωτικά οξειδωμένη, σε αντίθεση με τα κρασιά του που είναι φρεσκότατα και τεχνολογικά αρτιότατα!

Φυσικά και θα ήμουν ο πρώτος που θα δικαιολογούσα μια τέτοια αντιμετώπιση αν τα κρασιά του σήμερα είχαν τις επιδόσεις του 1995 ή ακόμα και του 2000. Όμως εν έτη 2014 το οινικό προϊόν του νησιού είναι τόσο συναρπαστικό που η αναζήτηση κρασιών εκτός “των τειχών” θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα μόνο αν κανείς λαχταρούσε κάτι πραγματικά εξωτικό.

Γιατί ποιος ο λόγος να αναζητά κανείς αρωματικές Μαλαγουζιές ή Sauvignon Blanc της  Βόρειας Ελλάδας όταν έχει το εξωτικό Μοσχάτο Σπίνας; Ποίος ο λόγος να πίνει βαριά, αλκοολικά  Chardonnay όταν το Βιδιανό προσφέρει μοναδικό σώμα, δύναμη και προσωπικότητα; Γιατί να επιλέξει μια απλή, υδαρή Νεμέα όταν στην θέση της μπορεί να απολαύσει ένα πυκνό, πιπεράτο Κοτσιφάλι; Ή να αναζητά βελούδινες πολυπλοκότητες όταν ένα ώριμο Λιάτικο θυμίζει καλή Βουργουνδία. Για να μην αναφέρω τις γλυκές εκδοχές του τελευταίου που προσφέρουν συμπύκνωση Vinsanto με ακόμα μεγαλύτερη ισορροπία!

Και η επιχειρηματολογία μπορεί να συνεχιστεί με το Πλυτό, το Δαφνί, τη Malvasia Aromatica, το Μανδηλάρι, το Ρωμαίικο αλλά και το Syrah,  το Cabernet Sauvignon, το Grenache, το Roussanne…
Προφανώς και δεν θέλω να υποβιβάσω τα κρασιά άλλων ποικιλιών και περιοχών. Πολλά μάλιστα από αυτά που ανέφερα παραπάνω μπορεί να είναι εξαιρετικά. Και βέβαια τα Κρητικά κρασιά μπορεί να μην είναι καλύτερά τους, προσωπική όμως εκτίμηση είναι ότι δεν είναι και χειρότερά τους!

  Φυσικά το σύγχρονο Κρητικό κρασί εξακολουθεί να έχει να αντιμετωπίσει την δυσπιστία και την προκατάληψη, λογική απόρροια των ντροπιαστικών επιδόσεων του παρελθόντος. Αυτές έχει να αντιμετωπίσει η νέα γενιά των ντόπιων παραγωγών, που όσο σπουδαία κρασιά και να προσφέρει είναι σίγουρο ότι θα χρειαστεί τουλάχιστον μια δεκαετία για να πείσει τον κάθε οινόφιλο ανά την Ελλάδα να αναζητήσει τις ετικέτες της.
Πάντως οι παραγωγοί έχουν κάνει μια τρομερή και ιδιαίτερα αξιέπαινη προσπάθεια και  όσοι αγαπούν το κρασί και τον τόπο τους πρέπει να την στηρίζουν με κάθε τρόπο. Τόσο οι επαγγελματίες των πωλήσεων και της εστίασης όσο και οι απλοί οινόφιλοι πρέπει να πιστέψουν στο Κρητικό κρασί: οι οινοχόοι και οι καβίστες να το γνωρίσουν σε όλους και να το επικοινωνήσουν εντός και εκτός συνόρων, αφού έχουν το πλεονέκτημα της άμεσης επαφής με κάθε οινόφιλο· οι ασχολούμενοι με την ξενοδοχειακή εστίαση να φέρουν ποιοτικό Κρητικό κρασί στα τραπέζια των εκατομμυρίων τουριστών ενισχύοντας το τουριστικό πακέτο και το συγκριτικό πλεονέκτημα του· και τέλος οι καταναλωτές  να το βάλουν στα ποτήρια και τα κελάρια τους και να απολαύσουν τις μοναδικές αρετές του.
Ας ακολουθήσει λοιπόν η Κρήτη το παράδειγμα σπουδαίων οινοπαραγωγών περιοχών της Ευρώπης που προσφέρουν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τα δικά τους κρασιά. Ας διδαχθούν από το Πιεμόντε στο οποίο σπάνια κανείς θα βρει κρασιά από άλλα μέρη της Ιταλίας –και αυτό μόνο σε πανάκριβα εστιατόρια με τεράστιες λίστες. Ή από την Νότια Ιταλία που συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Όταν μάλιστα η Καμπανία -που ουσιαστικά παράγει μόνο αφρώδη κρασιά- βάζει την Σαμπάνια δίπλα σε κάθε περίσταση και πιάτο, η Κρήτη με τα αμέτρητα χρώματα, αρώματα και γεύσεις της δεν δικαιούται να φέρνει τίποτα άλλο εκτός από τα δικά της κρασιά στο δικό της τραπέζι!
Ας πιστέψει λοιπόν το νησί στους οινικούς της θησαυρούς και ας τους αναδείξει με κάθε τρόπο. Άλλωστε αν δεν πιστέψει κανείς στον ίδιο του τον εαυτό πως μπορεί να περιμένει από τους άλλους να το πράξουν;